Με το ξέσπασμα της πανδημίας να φέρνει άδοξα από πολύ νωρίς τις μπασκετικές αγωνιστικές υποχρεώσεις στο τέλος τους και να θέτει το τέλος της πριν καν ολοκληρωθεί, οι ομάδες είχαν άπλετο χρόνο, σε σύγκριση πάντα με τις υπόλοιπες, φυσιολογικές χρονιές, να σχεδιάσουν με κάθε λεπτομέρεια τις μεταγραφικές τους κινήσεις. Το γεγονός αυτό θέλησαν να εκμεταλλευτούν Μπαρτζώκας και αδερφοί Αγγελόπουλοι, έτσι ώστε να χτίσουν με τον καλύτερο τρόπο τον νέο Ολυμπιακό. Οκτάβιους Έλις και Σακίλ ΜακΚίσικ αποκτήθηκαν μεσούσης της περσινής σεζόν, οπότε πρακτικά δεν θεωρούνται νέα μεταγραφικά αποκτήματα, αφού είχαν χρόνο τόσο να προσαρμοστούν στους Πειραιώτες, όσο και να συστηθούν στο ερυθρόλευκο κοινό. Άδοξα και με χωρίς πολλές ευκαιρίες να αποδείξει την αξία του αποχώρησε από το Μεγάλο Λιμάνι ο Μπάικς.
Ο Γιώργος Μπαρτζώκας, αν φημίζεται για κάτι στην προπονητική του καριέρα ήταν η επιλογή των ξένων στα ρόστερ των ομάδων του. Οι επιλογές του, σχεδόν πάντα παίκτες άγνωστοι στο κορυφαίο ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίοι διέπρεπαν, προκαλούσαν θαυμασμό στο φίλαθλο κοινό και σιγά σιγά καθιερώνονταν στην ελίτ της Ευρωλίγκας. Παραδείγματα έχουμε πάμπολλα. Κάτι παρόμοιο περίμεναν και φέτος με ανυπομονησία οι φίλοι του Ολυμπιακού, ειδικά σε μια χρονιά που η ομάδα τους είχε ως στόχο ένα ολικό restart. Σαφέστατα η μεγαλύτερη μεταγραφική κίνηση των ερυθρολεύκων ήταν η επιστροφή του Κώστα Σλούκα. Η αξία του Έλληνα guard, παρά το μέτριο ξεκίνημά του τη φετινή χρονιά, είναι αναμφισβήτητο. Από εκεί και πέρα ακολούθησαν πολλές ακόμα κινήσεις για τον πλήρη σχηματισμό του ρόστερ.
Ας τα πάρουμε αναλυτικά. Η απόκτηση του Γιαννούλη Λαρεντζάκη ήταν κίνηση που περισσότερο αφορούσε το μέλλον και όχι το παρόν του νέου θρύλου, κάτι που φαίνεται και από το χρόνο συμμετοχής του Έλληνα γκαρντ φέτος. Αποτελεί έναν παίκτη με πλούσιο ταλέντο που θα ενσωματωθεί και θα ενισχύσει τον ελληνικό κορμό της ομάδας. Ο Τσαρλς Τζένκινς ήταν ο παίκτης ερωτηματικό που αποκτήθηκε το καλοκαίρι. Ένας παίκτης με αποδεδειγμένες αμυντικές αρετές αλλά με πολύ άσχημο ποσοστό στα τρίποντα. Σίγουρα δεν ήταν μια κίνηση που τράβηξε την προσοχή του κόσμου, όμως ο Έλληνας κόουτς ήταν αρκετά σίγουρος για την επιλογή του. Ο Λιβιό Ζαν-Σαρλ ήταν ένας παίκτης ο οποίος δεν συζητήθηκε πάρα πολύ, αποκτήθηκε με άλλα λόγια με συνοπτικές διαδικασίες. Το γεγονός όμως το ότι αγωνίζεται στη θέση τέσσερα και εκ των πραγμάτων θα βρισκόταν πίσω από τον μεγάλο Γιώργο Πρίντεζη έκανε τη μεταγραφή του να μην κάνει τόση αίσθηση στο φίλαθλο κοινό. Ο Άαρον Χάρισον ήταν αναμφισβήτητα η κίνηση που, μαζί με την επιστροφή του Σλούκα, ενθουσίασε περισσότερο από όλες κάθε ερυθρόλευκο οπαδό. Ένας Αμερικανός guard προερχόμενος από τη γείτονα χώρα Τουρκία και τη Γαλατασαράι με απίστευτη εκτελεστική δεινότητα, ένας «παίκτης-φονιάς», που τα ποσοστά του τρομάζουν κάθε αντίπαλη άμυνα.
Αυτός που μένει είναι ο Χασάν Μάρτιν. Το μεγάλο στοίχημα. Ο Αμερικανός center ήρθε ως αντικαταστάτης ενός εκ των καλύτερων ψηλών που έχουν περάσει από τους ερυθρόλευκους τα τελευταία χρόνια. Ο Νίκολα Μιλουτίνοφ ήταν η μεγαλύτερη απώλεια για τον Ολυμπιακό, όχι μόνο περσινή, αλλά τουλάχιστον των τελευταίων πέντε χρόνων, αν όχι παραπάνω. Ο Μάρτιν διαθέτει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από το Σέρβο πύργο της ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Πολύ πιο αθλητικός και γρήγορος, μα ταυτόχρονα πολύ κοντύτερος. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας εισηγήθηκε την απόκτησή του και οι αδερφοί Αγγελόπουλοι έκαναν την επιθυμία του πραγματικότητα. Θα μπορούσαν αυτός και ο Έλις να καλύψουν το κενό του Ολυμπιακού στη θέση πέντε ή θα αναγκαζόταν ο Έλληνας τεχνικός να ψάχνει μεσούσης της σεζόν για νέο center;
Μπορεί ο Έλις να μην έχει αποδώσει μέχρι στιγμής τα μέγιστα. Αυτό όμως δεν ισχύει για τον νεαρό πρώην άσσο της Μπουντούτσνοστ. Οι μέχρι στιγμής εμφανίσεις του με την ερυθρόλευκη φανέλα είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετικές. Σε κάθε αγώνα του δείχνει πως ήταν η σημαντικότερη και η πιο χρήσιμη προσθήκη για τον Ολυμπιακό. Στοιχείο που αποδεικνύει το γεγονός αυτό είναι το συγκλονιστικό ποσοστό ευστοχίας του στα δίποντα. Στο ξεκίνημα της πρώτης του χρονιάς στην κορυφαία ευρωπαϊκή διασυλλογική διοργάνωση της Ευρωλίγκας, έχει καταφέρει σε 7 παιχνίδια να διατηρεί το μέσο όρο πόντων του σε διψήφιο νούμερο, έχοντας 10,1 πόντους ανά 22:30 λεπτά. Στη διάρκεια των 7 αυτών αγώνων, ο Χασάν Μάρτιν έχει πραγματοποιήσει συνολικά 35 σουτ δύο πόντων. Από αυτά, τα 32 ήταν εύστοχα! Με άλλα λόγια, στη φετινή διοργάνωση σουτάρει συνολικά με ποσοστό που ξεπερνά το 90% (91.4)!
Στην πρεμιέρα της Ευρωλίγκας κόντρα στη Ζαλγκίρις είχε 6/6 δίποντα. Στο ντέρμπι των αιωνίων έμεινε σε μονοψήφιο αριθμό πόντων, έχοντας 4/5 σουτ εντός πεδιάς. Δεν σταμάτησε εκεί, αντίθετα συνέχισε στους ίδιους ρυθμούς. 3/3 απέναντι στην Αρμάνι Μιλάνο, 8/9 απέναντι στην Μακάμπι Τελ Αβίβ, 4/5 κόντρα στην Ανατολού Εφές και 7/7 στην Αγία Πετρούπολη, όντας για άλλη μια φορά ένας εκ των κορυφαίων ερυθρολεύκων. Η κορυφαία ατομική επίδοση σε ολόκληρη αγωνιστική περίοδο είναι 82.5%. Το ποσοστό αυτό ανήκει στους Τέρενς Μόρις (Μαρτσελόνα 2009-2010, 33/40) και Γιάννη Γιαnνούλη (Παναθηναϊκός 2001-2002, 33/40). Αν σκεφτεί κανείς πως ο Μάρτιν έχει εκτελέσει ήδη 35 σουτ στην 7η αγωνιστική, ο αριθμός των σουτ του θα είναι πολύ μεγαλύτερους από τους κατόχους του ρεκόρ, κάτι που δυσκολεύει πολύ το έργο του. Όμως με την μέχρι στιγμής εικόνα του Αμερικανού, δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει τίποτα!

